Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

ΑΔΕΙΕΣ (1): ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ


Κανονική άδεια

Χορήγηση αδειών σύμφωνα με τον Υπαλληλικό Κώδικα και τον Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων
Ύστερα από ερωτήματα υπηρεσιών σχετικά με τη χορήγηση των αδειών που προβλέπονται στον Υπαλληλικό Κώδικα (ΥΚ) που έχει κυρωθεί με το ν. 3528/2007, καθώς και στον Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ΚΚΔΚΥ) που έχει κυρωθεί με το ν. 3584/2007 και σε συνέχεια της υπ΄ αρ. ΔΙΔΑΔ/Φ.51/538/12254/14-5-2007 εγκυκλίου της υπηρεσίας μας, σας επισημαίνουμε τα ακόλουθα:
1.       Χορήγηση κανονικής άδειας.
Η κανονική άδεια αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα, η άσκηση του οποίου διασφαλίζει μεταξύ άλλων και την εν γένει απόδοση και παραγωγικότητα του υπαλλήλου. Γι` αυτό άλλωστε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49 του ΥΚ και του άρθρου 56 του ΚΚΔΚΥ η εν λόγω άδεια χορηγείται υποχρεωτικά στον υπάλληλο μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, έστω και αν δεν τη ζητήσει.Σημειώνεται ότι για τη χορήγηση της κανονικής άδειας είναι αναγκαία η παροχή εργασίας και ως εκ τούτου ο υπάλληλος που δεν εργάστηκε καθόλου επειδή απουσίαζε από την υπηρεσία του καθ` όλο το έτος για διάφορους λόγους (π.χ. λόγω της διαδοχικής χρήσης άλλων αδειών όπως της εκπαιδευτικής, της αναρρωτικής, της άδειας κύησης, λοχείας και ανατροφής τέκνου ή λόγω της θέσης σε αργία και διαθεσιμότητα, κλπ) δεν θεμελιώνει δικαίωμα λήψης της κανονικής άδειας για το έτος αυτό.
Εάν ωστόσο ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία μετά από πολύμηνη απουσία λόγω χρήσης άλλων αδειών εντός του ημερολογιακού έτους, ο υπάλληλος δικαιούται κανονικής αδείας για το έτος αυτό υπό την προϋπόθεση το υπολειπόμενο μέχρι τη λήξη του ημερολογιακού έτους διάστημα να επιτρέπει τη χορήγηση της άδειας, άλλως η άδεια περιορίζεται σε τόσες ημέρες όσες οι εργάσιμες ημέρες που μεσολαβούν από την επάνοδο του υπαλλήλου μέχρι τη 31η Δεκεμβρίου του έτους αναφοράς. Σημειώνεται ότι στην περίπτωση αυτή ο υπάλληλος θα πρέπει να υποβάλει σχετική αίτηση χορήγησης της άδειας, όποτε η υπηρεσία αφού εκτιμήσει και τις υπηρεσιακές ανάγκες αποφασίζει για τη χορήγηση ή μη της άδειας. Εξυπακούεται ότι η μη χορήγηση της αιτούμενης άδειας συνεπάγεται τη μεταφορά της στο επόμενο έτος.
            Επισημαίνεται επίσης ότι στην περίπτωση θεμελίωσης δικαιώματος κανονικής άδειας, αυτό πρέπει να εξαντλείται μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος, καθότι σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 49 του ΥΚ, καθώς και των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 56 του ΚΚΔΚΥ δεν επιτρέπεται η μεταφορά κανονικής άδειας στο επόμενο έτος παρά μόνο αν αυτή ανακληθεί, περιοριστεί ή δεν χορηγηθεί λόγω έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών.
Τέλος, προκειμένου για νεοδιόριστους υπαλλήλους, οι προσαυξήσεις της κανονικής άδειας που προβλέπονται στο άρθρο 48 του ΥΚ και στο άρθρο 55 του ΚΚΔΚΥ μπορούν να χορηγηθούν οποτεδήποτε μετά τη συμπλήρωση του διμήνου πραγματικής υπηρεσίας και μέχρι το τέλος του ημερολογιακού έτους.
2.       Αναγνώριση προϋπηρεσίας για θεμελίωση δικαιώματος λήψης κανονικής άδειας.
Η αναγνώριση συνεχόμενης ή τμηματικής προϋπηρεσίας, στον ίδιο ή άλλο φορέα του δημοσίου, νπδδ ή σε ΟΤΑ, ως χρόνου πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 98 του ΥΚ και στο άρθρο 102 του ΚΚΔΚΥ, λαμβάνεται υπόψη προκειμένου ο νεοδιορισθείς υπάλληλος να θεμελιώσει δικαίωμα λήψης κανονικής άδειας υπό την προϋπόθεση ότι δεν του έχει χορηγηθεί από τον προηγούμενο φορέα του δημοσίου, νπδδ ή ΟΤΑ, κανονική άδεια ή δεν καταβλήθηκε αποζημίωση για τη μη ληφθείσα άδεια για το ίδιο ημερολογιακό έτος.
Η κατά τα ανωτέρω αναγνώριση προϋπηρεσίας λαμβάνεται υπόψη τόσο για τη συμπλήρωση του διαστήματος των δύο (2) μηνών που θέτει το άρθρο 48 του ΥΚ και το άρθρο 55 του ΚΚΔΚΥ, όσο και για την προσαύξηση των ημερών κανονικής άδειας.
Οι δικαιούμενες ημέρες άδειας υπολογίζονται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας (πριν και μετά το νέο διορισμό) και σύμφωνα με τα όσα ρητά προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 48 του ΥΚ και στην παράγραφο 2 του άρθρου 55 του ΚΚΔΚΥ, αφαιρουμένων πάντοτε των ημερών αδείας που έχουν ήδη χορηγηθεί (ή αποζημιωθεί) από τον προηγούμενο φορέα του δημοσίου κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος.
3.       Μηχανογραφική άδεια.
Η μηχανογραφική άδεια που προβλέπεται τόσο στην παράγραφο 6 του άρθρου 50 του ΥΚ, όσο και στην παράγραφο 6 του άρθρου 57 του ΚΚΔΚΥ, χορηγείται σε όλους τους υπαλλήλους που χειρίζονται ηλεκτρονικό υπολογιστή και απασχολούνται μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ωρών ημερησίως.
Σημειώνεται ότι η εν λόγω άδεια ταυτίζεται εννοιολογικά και, ουσιαστικά αποτελεί επέκταση της άδειας που ήδη λαμβάνουν οι υπάλληλοι κλάδων πληροφορικής βάσει της υπ` αρ. 130558/12-6-1989 ΚΥΑ, η οποία έχει κυρωθεί με το άρθρο 27 του ν. 1876/1990 και ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να χορηγηθεί επιπλέον αυτής (σχετική η υπ` αρ. 401/2007 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία έχει γίνει αποδεκτή από τον Υπουργό Εσωτερικών).
........................................
5.       Ασθένεια υπαλλήλου κατά τη διάρκεια κανονικής άδειας
Στην περίπτωση που ο υπάλληλος ασθενήσει κατά τη διάρκεια της κανονικής του άδειας, υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα την υπηρεσία του και για τη χορήγηση της αναρρωτικής άδειας εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 56 του ΥΚ και του άρθρου 63 του ΚΚΔΚΥ. Η χορήγηση αναρρωτικής άδειας διακόπτει, όπως είναι αυτονόητο, την διανυόμενη ως τότε κανονική άδεια. Μετά την εξάντληση της αναρρωτικής άδειας, ο υπάλληλος επιστρέφει στην υπηρεσία του και δεν συνεχίζεται η διακοπείσα κανονική άδεια για το υπόλοιπο διάστημα. Η άδεια αυτή χορηγείται ύστερα από νέα αίτηση του υπαλλήλου.
............................................
Η παρούσα εγκύκλιος βρίσκεται στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (www.gspa.gr) στην ενότητα Δημόσια Διοίκηση - Επικαιρότητα.
Άρθρο 48
Δικαίωμα κανονικής άδειας
1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δικαιούνται κανονική άδεια με αποδοχές δύο (2) μήνες μετά το διορισμό τους. Η άδεια που δικαιούνται να λάβουν οι υπάλληλοι ορίζεται σε δύο (2) ημέρες για κάθε μήνα υπηρεσίας και δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τον αριθμό των ημερών κανονικής άδειας που δικαιούνται με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους δημόσιας πραγματικής υπηρεσίας.
2. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, μετά τη συμπλήρωση ενός (1) έτους πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, δικαιούνται κανονική άδεια απουσίας με αποδοχές, η διάρκεια της οποίας ορίζεται σε είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες αν ακολουθούν εβδομάδα πέντε (5) εργασίμων ημερών και είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες αν ακολουθούν εβδομάδα έξι (6) εργασίμων ημερών.
Ο χρόνος της κανονικής άδειας επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των είκοσι πέντε (25) ή τριάντα (30) εργασίμων ημερών προκει­μένου για πενθήμερη ή εξαήμερη εβδομάδα εργασίας, αντίστοιχα.
3. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης μπορεί να προσαυξάνεται ως τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες ο αριθμός των ημε­ρών κανονικής άδειας των υπαλλήλων που υπηρετούν σε παραμεθόριες περιοχές.
4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν εφαρμόζονται σε όσους έχουν κατά τις κείμενες δια­τάξεις διακοπές εργασίας. Οι υπάλληλοι αυτοί μπο­ρούν, εφόσον συντρέχουν σοβαροί λόγοι ανάγκης, να παίρνουν κανονική άδεια με αποδοχές ως δέκα (10) εργάσιμες ημέρες κατ` έτος.
5. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προσαυξάνεται η κανονική άδεια των υπαλλήλων που απασχολούνται σε επικίνδυνες και ανθυγιεινές εργα­σίες. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα καθορίζονται οι προϋποθέσεις και ο αριθμός των ημερών προσαύξησης της κανονικής άδειας.
Άρθρο 49
Χορήγηση κανονικής άδειας
1. Δεκαπέντε (15) ημέρες από την κανονική άδεια χορη­γούνται υποχρεωτικά, εφόσον το ζητήσει ο υπάλληλος, από 15 Μαΐου έως 31 Οκτωβρίου. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει σε υπηρεσίες οι οποίες έχουν καθοριστεί με απόφαση του οικείου Υπουργού και κατά την περίοδο αυτή βρίσκονται στην αιχμή της λειτουργίας τους ή λει­τουργούν σε εικοσιτετράωρη βάση. Όταν με αίτηση του υπαλλήλου ολόκληρη η άδεια χορηγείται εκτός από την περίοδο αυτή, προσαυξάνεται κατά πέντε (5) εργάσιμες ημέρες. Η προσαύξηση αυτή δεν χορηγείται όταν ο υπάλληλος κάνει χρήση της κανονικής του άδειας κατά την περίοδο των Χριστουγέννων και του Πάσχα.
2. Η υπηρεσία, στην οποία ανήκει ο υπάλληλος, χορη­γεί υποχρεωτικά σε αυτόν μέσα στο δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους την κανονική άδεια που δικαιούται και αν ακόμα δεν την ζητήσει.
3. Επιτρέπεται να μην χορηγείται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται η κανονική άδεια προκειμένου να αντι­μετωπιστούν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας, μετά όμως από έγκριση του οργάνου που προΐσταται εκείνου το οποίο είναι αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας. Αν τέτοιο όργανο δεν υπάρχει, αποφασίζει το αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας όργανο.
4. Η άδεια που δεν χορηγήθηκε κατ` εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, χορηγείται υποχρεωτικά το επόμενο έτος.


Άδειες μονίμων εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
Σε συνέχεια της αρ. 35758/Δ2/29-3-2007 εγκυκλίου μας και μετά την έκδοση από το ΥΠΕΣΣΔΑ της αρ. ΔΙΔΑΔ/Φ.51/538/12254/14-5-2007 διευκρινιστικής εγκυκλίου για τη χορήγηση αδειών στους δημοσίους υπαλλήλους βάσει του νέου Υπαλληλικού Κώδικα (= Υ.Κ., Ν. 3528/2007/ΦΕΚ26Α/9-2-2007), σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να παίρνουν ως δέκα (10) εργάσιμες ημέρες κανονική άδεια με αποδοχές κατ` έτος, εφόσον συντρέχουν σοβαροί λόγοι ανάγκης. Η άδεια χορηγείται ανεξάρτητα από το χρόνο προϋπηρεσίας του εκπαιδευτικού.
Για τους αποσπασμένους εκπαιδευτικούς σε πολιτικά γραφεία υπουργών, βουλευτών, στο ΥΠΕΠΘ (Κεντρική Υπηρεσία, Γραφεία Εκπαίδευσης, εποπτευόμενους φορείς κ.λπ.) εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 48 του 3528/2007. Από τη στιγμή που θα επιστρέψουν στα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα, ακόμη και αν αποδεδειγμένα δεν έχουν κάνει χρήση, για οποιονδήποτε λόγο, της κανονικής τους άδειας της παρ. 1 του άρθρου 48, δεν είναι δυνατή η χορήγηση της άδειας αυτής (αρ. 546/2005 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους). Διευκρινίζουμε επίσης ότι οι εκπαιδευτικοί που υπηρετούν με ολική ή μερική διάθεση σε Δ/νση ή Γραφείο Β/θμιας Εκπ/σης, έως τη λήξη του διδακτικού έτους, δικαιούνται να κάνουν χρήση δέκα (10) ημερών κανονικής άδειας, κατά τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο αυτής της παραγράφου. Τέλος, επισημαίνεται ότι στους εκπαιδευτικούς δεν εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 48 του Υ.Κ.
2. Οι εκπαιδευτικοί έχουν δικαίωμα άδειας απουσίας με αποδοχές πέντε (5) εργασίμων ημερών σε περίπτωση γάμου. Η άδεια αυτή χορηγείται αμέσως πριν ή μετά την τέλεση του γάμου και όχι άλλη χρονική περίοδο εντός του ημερολογιακού έτους. Σε περίπτωση θανάτου συζύγου τους ή και συγγενούς έως και β΄ βαθμού δικαιούνται άδεια απουσίας τριών (3) εργάσιμων ημερών (πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 50 του Υ.Κ.). Συγγενείς έως και β΄ βαθμού θεωρούνται οι γονείς, τα τέκνα, τα αδέλφια, τα εγγόνια και οι πάπποι, τόσο οι εξ αίματος όσο και οι εξ αγχιστείας.
3. Οι εκπαιδευτικοί που πάσχουν οι ίδιοι ή έχουν σύζυγο ή τέκνο που πάσχει από νόσημα, το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή χρήζει περιοδικής νοσηλείας, δικαιούνται ειδική άδεια με αποδοχές έως είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες το χρόνο (παράγραφος 2 του άρθρου 50 του Υ.Κ.).
Έως την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 50 του Υ.Κ. για τον καθορισμό των ανωτέρω νοσημάτων, η εν λόγω άδεια θα πρέπει να χορηγείται στους δικαιούχους, εφόσον υπάρχουν οι εξής προϋποθέσεις:
α. Γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής, με την οποία θα πιστοποιείται αιτιολογημένα ότι η πάθηση, από την οποία πάσχουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί ή κάποιο τέκνο τους, χρήζει τακτικών μεταγγίσεων αίματος ή περιοδικής νοσηλείας σε δημόσιο ή ιδιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα.
β. Προσδιορισμός του χρονικού διαστήματος για το οποίο απαιτείται η νοσηλεία αυτή.
Στην περίπτωση πάθησης του τέκνου μπορούν και οι δύο γονείς να κάνουν χρήση της άδειας αυτής, καθορίζοντας με κοινή τους δήλωση ποιος από τους δύο θα κάνει χρήση της άδειας και για πόσο χρονικό διάστημα, που πάντως η συνολική διάρκειά της δεν μπορεί να υπερβεί τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες ετησίως και για τους δύο.
Επιπλέον, ο δικαιούχος θα πρέπει να δηλώνει υπεύθυνα κάθε φορά στη σχετική αίτηση χορήγησης πόσες ημέρες της δικαιούμενης από κοινού άδειας των 22 ημερών έχει κάνει ήδη χρήση ο ή η σύζυγός του στην υπηρεσία όπου εργάζεται.
Σε περίπτωση διάστασης, διαζυγίου, χηρείας ή γέννησης τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του, την εν λόγω άδεια δικαιούται ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια του τέκνου που χρήζει τακτικής μετάγγισης ή περιοδικής νοσηλείας.
Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω άδεια των είκοσι δύο (22) εργάσιμων ημερών χορηγείται και σε εκπαιδευτικούς που έχουν τέκνα τα οποία πάσχουν από βαριά νοητική στέρηση ή σύνδρομο Down, ανεξαρτήτως του εάν χρήζουν ή όχι περιοδικής νοσηλείας (παράγραφος 3 του άρθρου 50 του Υ.Κ.). Στην περίπτωση αυτή οι ενδιαφερόμενοι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να προσκομίζουν σχετική γνωμάτευση από δημόσιο Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο ή παιδοψυχιατρικό τμήμα δημοσίου νοσοκομείου.
4. Ο εκπαιδευτικός που ανταποκρίνεται σε πρόσκληση από υπηρεσία αιμοληψίας για κάλυψη έκτακτης ανάγκης, καθώς και ο εκπαιδευτικός που μετέχει σε οργανωμένη ομαδική αιμοληψία, δικαιούται ειδική άδεια απουσίας, με πλήρεις αποδοχές, δύο (2) ημερών (παράγραφος 5 του άρθρου 50 του Υ.Κ.).
Οι δύο αυτές ημέρες άδειας χορηγούνται πέραν της ημέρας αιμοδοσίας και μπορούν να ληφθούν είτε συνεχόμενα με το χρόνο της αιμοδοσίας ή οποτεδήποτε μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Σε κάθε περίπτωση δεν μεταφέρονται στο επόμενο ημερολογιακό έτος.
Επίσης, την εν λόγω άδεια τη δικαιούται και ο εκπαιδευτικός που προσέρχεται σε οιοδήποτε κέντρο αιμοληψίας από δική του πρωτοβουλία, για να προσφέρει αίμα. Στην περίπτωση αυτή οφείλει να προσκομίσει σχετική βεβαίωση του νοσηλευτικού ιδρύματος, στο οποίο πραγματοποιήθηκε η αιμοληψία. Σημειώνεται ότι η άδεια αυτή χορηγείται και στην περίπτωση λήψης αιμοπεταλίων.
5. Ο αποσπασμένος εκπαιδευτικός σε Δ/νση ή Γραφείο, ο οποίος χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή και απασχολείται μπροστά σε οθόνη οπτικής καταγραφής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ωρών του ημερήσιου ωραρίου εργασίας, δικαιούται μηχανογραφική άδεια, με πλήρεις αποδοχές, μιας (1) ημέρας ανά δίμηνο. Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά μέσα στο δίμηνο το οποίο αφορά. Εφόσον η άδεια αυτή δεν εξαντληθεί στο διάστημα αυτό, δεν μεταφέρεται ούτε καταβάλλεται αποζημίωση στον υπάλληλο (παράγραφος 6 του άρθρου 50 του Υ.Κ.).
……………………
ΙΧ. ΑΡΜΟΔΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΩΝ ΣΤΟΥΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΕΝΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ (σχετ. αρ. πρωτ. 49178/Δ2/17-5-2006 έγγραφο)
Όλες οι άδειες χορηγούνται από την υπηρεσία στην οποία είναι αποσπασμένοι οι εκπαιδευτικοί. Εξαιρούνται οι άδειες εκείνες για τις οποίες απαιτείται γνώμη υπηρεσιακού συμβουλίου και οι οποίες χορηγούνται από την οργανική θέση.
Οι εκπαιδευτικοί, εφόσον αιτούνται αναρρωτική άδεια, συνυποβάλλουν και υπεύθυνη δήλωση του Ν.1599/1986, στην οποία αναγράφουν τις ημέρες αναρρωτικής άδειας, που έλαβαν την τελευταία πενταετία.
Η υπηρεσία, στην οποία είναι αποσπασμένοι οι εκπαιδευτικοί, υποχρεούται να κοινοποιήσει την απόφαση, με την οποία χορηγείται η άδεια, στην οργανική τους θέση
Διευκρινήσεις για τη χορήγηση αδειών στους δημοσίους υπαλλήλους βάσει του νέου Υπαλληλικού Κώδικα
Σε συνέχεια της υπ΄ αριθ. ΔΙΔΑΔ/Φ.35.14/916/4084/15-2-2007 εγκυκλίου της υπηρεσίας μας για την εφαρμογή του νέου Υπαλληλικού Κώδικα (Υ.Κ.) και αναφορικά με τις νέες ρυθμίσεις για τις άδειες των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίες σύμφωνα και με το άρθρο δεύτερο του ν. 3528/2007 εφαρμόζονται και στο μόνιμο προσωπικό των Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, σας γνωρίζουμε τα εξής:
Ι. ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ (άρθρο 48 του Υ.Κ.)
Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 48 του Υ.Κ «οι δημόσιοι υπάλληλοι δικαιούνται κανονική άδεια με αποδοχές, δύο (2) μήνες μετά το διορισμό τους. Η άδεια που δικαιούνται να λάβουν οι υπάλληλοι ορίζεται σε δύο (2) ημέρες για κάθε μήνα υπηρεσίας και δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τον αριθμό των ημερών κανονικής άδειας που δικαιούνται με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους δημόσιας πραγματικής υπηρεσίας.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι, μετά τη συμπλήρωση ενός (1) έτους πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, δικαιούνται κανονική άδεια απουσίας με αποδοχές, η διάρκεια της οποίας ορίζεται σε είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες αν ακολουθούν εβδομάδα πέντε (5) εργασίμων ημερών και είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες αν ακολουθούν εβδομάδα έξι (6) εργασίμων ημερών.
Ο χρόνος της κανονικής άδειας επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των είκοσι πέντε (25) ή τριάντα (30) εργασίμων ημερών προκειμένου για πενθήμερη ή εξαήμερη εβδομάδα εργασίας, αντίστοιχα».
Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο υπάλληλος εφεξής, θεμελιώνει δικαίωμα λήψης κανονικής άδειας δύο μήνες μετά το διορισμό του αντί του ενός (1) έτους που απαιτείτο με τις προϊσχύουσες διατάξεις. Ειδικότερα, θεμελιώνει δικαίωμα για να λάβει κανονική άδεια δύο (2) εργασίμων ημερών ανά μήνα, έως τη συμπλήρωση ενός έτους πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας.
Αμέσως μετά και έως το τέλος του ημερολογιακού έτους, μέσα στο οποίο συμπληρώνει ένα έτος δημόσιας υπηρεσίας, μπορεί να λάβει αναλογία - ποσοστό των είκοσι (20) ημερών άδειας.
Για κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος, μπορεί να λάβει ολόκληρη την κανονική άδεια, η οποία επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των είκοσι πέντε (25) ή τριάντα (30) εργασίμων ημερών.
Για την καλύτερη κατανόηση εφαρμογής των νέων διατάξεων αναφέρουμε το ακόλουθο παράδειγμα:
Υπάλληλος που διορίστηκε την 9η Φεβρουάριου 2007 δικαιούται να λάβει έως την 9η Φεβρουάριου 2008 είκοσι (20) ημέρες κανονική άδεια (2 ημέρες ανά μήνα), αρχής γενομένης από την 9η Απριλίου 2007. Από τη 10η Φεβρουάριου 2008 έως και το τέλος του ημερολογιακού έτους 2008 (31-12-2008) μπορεί να λάβει αναλογία - ποσοστό, η οποία υπολογίζεται επί των είκοσι (20) ημερών άδειας [ 20/12 Χ 11 (μήνες που υπολείπονται μέχρι 31-12-2008) ].***
Από την 1η Ιανουαρίου 2008 δικαιούται είκοσι μία (21) ημέρες κανονικής άδειας.
*** Τα δεκαδικά ψηφία στρογγυλοποιούνται προς τα επάνω, εφόσον είναι ίσα ή μεγαλύτερα του μισού της μονάδας και αντιστοίχως προς τα κάτω εάν είναι μικρότερα.
Οι υπάλληλοι που έχουν διοριστεί πριν από τη δημοσίευση του ν. 3528/2007 και έχουν συμπληρώσει δύο (2) μήνες πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, μπορούν να κάνουν χρήση του δικαιώματός λήψης κανονικής άδειας (2 ημέρες ανά μήνα), αρχής γενομένης από την 9η Φεβρουάριου 2007, οπότε και τέθηκε σε ισχύ ο νέος Υ.Κ. και μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. Αμέσως μετά και έως την 31η Δεκεμβρίου 2007 μπορούν να λάβουν αναλογία - ποσοστό των είκοσι ημερών άδειας. Από την 1η Ιανουαρίου του 2008 και έως το τέλος του ημερολογιακού έτους 2008 δικαιούνται είκοσι μία (21) ημέρες κανονικής άδειας.
Για παράδειγμα:
Υπάλληλος που διορίστηκε την 30η Σεπτεμβρίου 2006 δικαιούται να λάβει από την 9η Φεβρουάριου 2007 έως και την 30η Σεπτεμβρίου 2007 κανονική άδεια συνολικά 15 ημερών. Από τη 1η Οκτωβρίου 2007 έως και το τέλος του ημερολογιακού έτους 2007 (31-12-2007) μπορεί να λάβει αναλογία - ποσοστό των είκοσι (20) ημερών άδειας, η οποία υπολογίζεται σε 5 ημέρες [ 20/12 Χ 3 (μήνες που υπολείπονται μέχρι 31-12-2007) ].
Από την 1η Ιανουαρίου 2008 δικαιούται είκοσι μία (21) ημέρες κανονικής άδειας.
Σημειώνεται ότι ο αριθμός των ημερών κανονικής άδειας των υπαλλήλων που υπηρετούν σε παραμεθόριες περιοχές εξακολουθεί να προσαυξάνεται σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στην απόφαση ΔΙΔΑΔ/Φ.51/261/26452/10-12-1999 (ΦΕΚ 2173/Β/17-12-1999), έως την έκδοση νέας σχετικής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 48 του Υ.Κ.
…………….

Εάν το επίδομα θέσης περιλαμβάνεται στη βάση υπολογισμού της αποζημίωσης για μη χορηγηθείσα κανονική άδεια
Απαντώντας στο σχετικό έγγραφο σας αναφορικά με το αντικείμενο του θέματός σας γνωρίζουμε τα εξής:
Σύμφωνα με την αριθμ. 48603/1266/14.5.87 εγκύκλιο το επίδομα θέσης των εκπ/κών καταβάλλεται στους δικαιούχους για όσο χρόνο ασκούνται απ` αυτούς τα καθήκοντα που δικαιολογούν την καταβολή του, επειδή είναι συνδεδεμένο με την ενεργό άσκηση των ειδικών καθηκόντων των εκπ/κών ( Δ/ντές, Προϊστάμενοι κλπ).
Για το λόγο αυτό της παροδικής καταβολής το παραπάνω επίδομα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται στην έννοια των τακτικών και σταθερών αποδοχών ή του ημερήσιου μισθού των εκπ/κών
Κατά συνέπεια το επίδομα θέσης δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στη βάση υπολογισμού (ημερήσιος μισθός) της αποζημίωσης για μη χορηγηθείσα κανονική άδεια όπως ακριβώς δεν περιλαμβάνεται και στις τρίμηνες αποδοχές, των εκπ/κών (δικαιούχων του επιδόματος) που αποχωρούν με σύνταξη.
Πληροφορίες για χορήγηση αδειών εκπαιδευτικού προσωπικού
Με αφορμή ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην υπηρεσία μας σχετικά με την αρμοδιότητα χορήγησης αδειών αποσπασμένων εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σας πληροφορούμε ότι όλες οι άδειες χορηγούνται από την υπηρεσία στην οποία είναι αποσπασμένοι οι εκπαιδευτικοί. Εξαιρούνται οι άδειες εκείνες για τις οποίες απαιτείται γνώμη υπηρεσιακού συμβουλίου και οι οποίες χορηγούνται από την οργανική θέση.
Οι εκπαιδευτικοί, εφόσον αιτούνται αναρρωτική άδεια, συνυποβάλλουν και υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, στην οποία αναγράφουν τις ημέρες αναρρωτικής άδειας, που έλαβαν την τελευταία πενταετία.
Τέλος σας πληροφορούμε ότι η υπηρεσία, στην οποία είναι αποσπασμένοι οι εκπαιδευτικοί, υποχρεούται να κοινοποιήσει την απόφαση με την οποία χορηγείται η άδεια στην οργανική τους θέση.
Προγραμματισμός χορήγησης αδειών κατά τη θερινή περίοδο
Ενόψει της καλοκαιρινής περιόδου οι δημόσιες υπηρεσίες (Υπουργεία, Ν.Π.Δ.Δ., Περιφέρειες, Ανεξάρτητες Αρχές και ΟΤΑ α` και β` βαθμού) καλούνται να προβούν εγκαίρως στον προγραμματισμό των κανονικών αδειών των υπαλλήλων τους κατά την περίοδο αυτή, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία τους.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 49 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), δεκαπέντε (15) ημέρες από την κανονική άδεια χορηγούνται υποχρεωτικά εφόσον το ζητήσει ο υπάλληλος από τις 15 Μαΐου έως και την 31 Οκτωβρίου.
Λαμβανομένων υπόψη των υπηρεσιακών αναγκών, καθώς επίσης και των ιδιαίτερα αυξημένων αναγκών στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη θερινή περίοδο, είναι απολύτως αναγκαίο να προγραμματιστούν οι άδειες των υπαλλήλων έτσι ώστε στο χρονικό διάστημα από 1/7/07 έως 15/9/07 να απουσιάζει το 1/3 του υπηρετούντος προσωπικού κάθε φορέα ανά ημερολογιακή εβδομάδα και να παραμένουν στην υπηρεσία τα 2/3.
Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες καλούνται να προβούν στον προγραμματισμό των καλοκαιρινών αδειών των υπαλλήλων τους βάσει του ανωτέρω χρονικού διαστήματος.
Επιπρόσθετα, θα πρέπει να ρυθμιστούν έγκαιρα και συναφή ζητήματα του προσωπικού όπως πιθανή υπερωριακή απασχόληση, μετακινήσεις-αποσπάσεις, ευελιξία ωραρίου, κλπ, κατά τα ίδια χρονικά διαστήματα.
Επισημαίνεται ότι ο ανωτέρω προγραμματισμός δεν θα πρέπει να δημιουργήσει προβλήματα στη λειτουργία των υπηρεσιών λόγω έλλειψης προσωπικού. Σε κάθε περίπτωση οι δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να παραμένουν σε συνεχή λειτουργία καθ΄ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, προκειμένου να δέχονται τις αιτήσεις των πολιτών και να διεκπεραιώνουν εμπρόθεσμα όλες τις υποθέσεις τους. Ως εκ τούτου, πρέπει να υπάρχει πάντοτε ικανός αριθμός υπαλλήλων ώστε να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, ιδίως σε ότι αφορά τη συναλλαγή με το κοινό.
Περαιτέρω σημειώνεται ότι σε ειδικές περιπτώσεις υπηρεσιών, ιδίως αυτών που δεν έχουν ιδιαιτέρα μεγάλη συναλλαγή με το κοινό, θα μπορούν οι υπηρεσίες να διαχειριστούν το θέμα των θερινών αδειών των υπαλλήλων τους με δυνατότητα υπέρβασης, κατ΄εξαίρεση, του ορίου του 1/3, εφόσον αυτό δεν διαταράσσει την ομαλή λειτουργία τους, αλλά σε καμία περίπτωση το ποσοστό των αδειών δεν θα υπερβαίνει το ½ του προσωπικού.
Οι υπηρεσίες θα πρέπει ακόμη να φροντίσουν για την ορθολογική οργάνωση της διοικητικής τους δράσης προκειμένου να αποφεύγονται οι περιττές και ενεργοβόρες ενέργειες. Η προσπάθεια αυτή πρέπει να είναι εντονότερη στις υπηρεσίες εκείνες που η λειτουργία τους απαιτεί ιδιαίτερα μεγάλη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας (π.χ. νοσοκομεία, εργοτάξια κλπ). Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί σχετική μέριμνα για την εγκατάσταση και λειτουργία συγχρόνων συστημάτων και τεχνικών εξοικονόμησης ενέργειας. Για τα θέματα αυτά θα ακολουθήσουν οδηγίες των οικείων Υπουργείων.
Τα υπουργεία παρακαλούνται να κοινοποιήσουν άμεσα την παρούσα στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που εποπτεύουν. Η Δ/νση Οργάνωσης και Λειτουργίας ΟΤΑ του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α. παρακαλείται να κοινοποιήσει την παρούσα στους ΟΤΑ α` βαθμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: